Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Μη ξεχάσεις τον οβολό



…….Είχε καθυστερήσει η πτήση πάνω από μία ώρα, γιατί είχε άσχημο καιρό  και οι ελεγκτές δεν έδιναν την άδεια να σηκωθεί το αεροπλάνο.
Οι επιβάτες δεμένοι στα καθίσματά τους βαρυγκωμούσαν, άλλος πιο έντονα, άλλος με μορφασμούς. Ένα παιδάκι γκρίνιαζε όλη την ώρα. Αυτός καθόταν στη θέση 7Α,  στο παράθυρο, και από εκεί έβλεπε την τουρμπίνα και τις διαγραμμίσεις του διαδρόμου προσγειώσεως. Δίπλα του κάθονταν δύο κοπέλες μαυριδερές και ατημέλητες, πού στο καλό ήταν και βρομούσαν από την απλυσιά; Έγειρε προς το φινιστρίνι του ώστε να μη γειτνιάζει τόσο στενά με την ανάσα τους.
    Σε λίγο είχε αποκοιμηθεί. Ξύπνησε μετά από ώρα, από το κούνημα του αεροπλάνου καθώς αυτό κυλούσε στο βρεγμένο διάδρομο προσγειώσεως. Είχαν κλείσει τα φώτα και η καμπίνα  ήταν μουντή  και σιωπηλή. Το αεροπλάνο σηκώθηκε γρήγορα και άρχισε να παίρνει ύψος, πάνω από την πόλη. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά και συνέχισε τον ύπνο του. Τα ταρακουνήματα όμως δεν σταμάτησαν και έβλεπε τις αστραπές που έσκιζαν τη μαυρίλα του ορίζοντα, δίπλα τους. Είχαν βρεθεί στο μέσον της καταιγίδας, όπως κατάλαβε, και μέσα στην καμπίνα μισοάναβαν – μισοέσβηναν  μόνο τα αδύναμα φώτα ασφαλείας του αεροσκάφους.
          Όπως κινήθηκε ακούμπησε το μπράτσο του πάνω στο χέρι της διπλανής του και το ένοιωσε αφύσικα κρύο. Την κοίταξε παραξενεμένος και μέσα στο μισοσκόταδο είδε το πρόσωπό της άσπρο και ανέκφραστο,  με τα μάτια κλειστά. Ταράχτηκε και τη ρώτησε αν αισθάνεται καλά. Η κοπέλα όμως ήταν εντελώς ακίνητη. Σήκωσε το χέρι του για την αεροσυνοδό, που ήταν στο βάθος του διαδρόμου και καθησύχαζε τους επιβάτες,  μα την ίδια στιγμή η κοπέλα άνοιξε μόνο τα χείλη του στόματός της και αυτός διέκρινε κάτι σαν μέταλλο,  ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια της. Μαρμάρωσε και κατέβασε το χέρι του. Θέλησε να φωνάξει αλλά δεν έβγαινε ούτε φθόγγος από το στόμα του. Τότε ακούστηκε υπόκωφη η φωνή της. «Μου έβαλαν τα αδέρφια μου τον οβολό στα δόντια μου για να πληρώσω το Βαρκάρη – Χάρο, το αντίτιμο του πορθμείου για την Αχερουσία λίμνη. Αλλιώς θα περιπλανιέται αιώνια η ψυχή μου στις όχθες του Αχέροντα.» Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός χτύπησε το αεροπλάνο τους και το έσκισε στα δύο. Όλοι, επιβάτες και πλήρωμα, χάθηκαν στη μαύρη θάλασσα……      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου