Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Μαρκεζίνης για Θεοδωράκη: Με γοητεύει τα μέγιστα ο ατίθασος χαρακτήρας του

Γράφει ο Σερ Βασίλειος Μαρκεζίνης

Προς τη δύση της ζωής του, στο αποκορύφωμα της διεθνούς φήμης του, ο Johann Wolfgang von Goethe αποφάσισε να υπαγορεύσει το τελευταίο του έργο στον γραμματέα και μαθητή του, Johann Peter Eckermann. Στο έργο αυτό, μίλησε για τους στόχους της ζωής του, τις ιδέες του, τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Ο Goethe είχε την τύχη να βρει στον Eckermann έναν άνθρωπο που ολοκλήρωσε επιδέξια αυτό το καθήκον, το οποίο, όμως, αποτέλεσε και για τον ίδιο τον Eckermann τιμή απροσδόκητη και μεγάλη.


Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα μοιάζει από κάποιες απόψεις με το Gesprache mit Goethe, καθότι ο Γεώργιος Π. Μαλούχος, με ιδιαίτερη επιδεξιότητα, μορφοποίησε και ταξινόμησε τον ποταμό αναμνήσεων του Μίκη, έχοντας όμως και ο ίδιος την τιμή να συνεργαστεί με έναν ζωντανό θρύλο.

Για τον Ομηρο, οι αρχαίοι Ελληνες έλεγαν: «επτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ομήρου· / Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Αργος, Αθήναι». Για τον Μίκη, συναγωνίζονται η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα, η Κεφαλονιά, ο Πύργος, η Πάτρα και η Τρίπολη.
Γεγονός όμως είναι ότι ο Μίκης ανήκει σε όλη την Ελλάδα, διότι όλη η Ελλάδα τον αγαπά και τον θαυμάζει, έχοντας όμως και προβληματιστεί ενίοτε με τη συμπεριφορά του. Ως καλλιτέχνης ο Μίκης ανήκει σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα. Το κομμάτι του «Ζορμπάς», από την ταινία Zorba the Greek, όχι μόνον είναι γνωστό σε όλη την υφήλιο, αλλά έχει διαμορφώσει την εικόνα του Ελληνα στον νου πολλών ξένων.
Δεν έχω όμως έλθει εδώ για να εγκωμιάσω τον Μίκη, διότι μόνον κάποιος ισάξιός του θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο, και εγώ δεν διεκδικώ ανάλογη θέση. Εχω έλθει για να προσπαθήσω να εξηγήσω, τόσο στον εαυτό μου όσο και σε εσάς, για ποιον λόγο επιλέχθηκα να παρουσιάσω ένα βιβλίο που πραγματεύεται μια τόσο πλούσια και πολυδιάστατη ζωή. Θα έλεγα, πράγματι, ότι οι ποικίλες μορφές που προσλαμβάνει η ταύτιση με τον Μίκη μπορούν να μας βοηθήσουν να διασαφηνίσουμε τη μαγεία της προσωπικότητάς του. Ισως λοιπόν επιλέχθηκα επειδή, παρότι με τον Μίκη ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία της πυξίδας, με την πάροδο του χρόνου συναντηθήκαμε κάπου στη μέση, καθώς και οι δύο αγωνιζόμαστε για το ίδιο ιδεώδες? για το σημαντικότερο ιδεώδες που μπορεί κάποιος να υιοθετήσει στη ζωή του: την επιβίωση και τη δόξα της πατρίδας του.
Ο Μίκης ανέκαθεν αγωνιζόταν μέσα από τη συνεχή αντιπαράθεση. Πόσοι άραγε πολιτικοί μας είχαν μέχρι σήμερα το θάρρος να διαφωνήσουν, και δη να έλθουν σε διένεξη, με τη Δεξιά και την Αριστερά, τη χούντα, το ΠΑΣΟΚ, τους Σοβιετικούς, τους Αμερικανούς, τους Εβραίους, τον Καραμανλή, τον Μητσοτάκη και την οικογένεια Παπανδρέου; Το γεγονός, άλλωστε, ότι απέδωσε στην τέως βασίλισσα της Ελλάδας την ηθική υπαιτιότητα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη απέδειξε προπάντων ότι ο Μίκης αδυνατεί να δείξει μετριοπάθεια όταν πιστεύει κάτι με πάθος. Και κατά καιρούς έχει πληρώσει το τίμημα αυτής της πνευματικής ανεξαρτησίας.
Ωστόσο, το θάρρος που συνοδεύει την ανεξαρτησία του ως διανοουμένου συνέβαλε επίσης στον διεθνή θαυμασμό που εκφράστηκε προς το πρόσωπό του. Ανέκαθεν θεωρούσα αξιοζήλευτο αυτό το χαρακτηριστικό και έχω προσπαθήσει να το κατακτήσω και στη δική μου ζωή, πεπεισμένος καθώς είμαι πως, όταν πιστεύεις σε κάτι πρέπει να βγαίνεις και να δηλώνεις άφοβα, ανοιχτά την άποψή σου, αδιαφορώντας για το τυχόν τίμημα.
Το επαναστατικό αυτό πνεύμα μπορεί να οδηγήσει σε μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικής μοναχικότητας, ακόμη και έναν άνθρωπο που ως καλλιτέχνης διατηρεί δημόσια παρουσία. Διότι η κοινωνία δεν βλέπει με καλό μάτι όσους παραβιάζουν τους κατεστημένους κανόνες συμπεριφοράς.
Οταν, γράφοντας το βιβλίο μου The Duality of Genius, μελετούσα τη ζωή κάποιων μεγάλων ανδρών, συνήγαγα το συμπέρασμα ότι οι κανόνες των κοινωνιών είναι φτιαγμένοι για τα συνηθισμένα μέλη τους. Οι μεγαλοφυΐες, οι γενναίοι, οι εμπνευσμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να υποταχθούν σε κανόνες που εμποδίζουν την ανάπτυξη της γνήσιας πρωτοτυπίας. Και ο Μίκης ανέκαθεν διακρινόταν από αυτήν τη γνήσια πρωτοτυπία: ήταν και παραμένει αυθεντικός. Η αξιολόγησή του, συνεπώς, πρέπει να ακολουθεί διαφορετικούς κανόνες.
Με γοητεύει τα μέγιστα ο ατίθασος χαρακτήρας του, αλλά και εκείνα τα ακόμη μεγαλύτερα χαρίσματά του: να συμφιλιώνει, να είναι πάντα ανοικτόμυαλος και να πρεσβεύει τη συγχώρεση, έστω και αν, στη μακρόχρονη ζωή του, οι άλλοι δεν του επεφύλαξαν ανάλογη στάση. Πριν από εξήντα και πλέον χρόνια, ένας συγγενής μου υποστήριζε ότι το τέλος του Εμφυλίου θα έπρεπε να το χαρακτηρίσει η λήθη και όχι η αμνηστία. Η συμβουλή του δεν εισακούστηκε, μια και στη ζωή, όταν προλέγεις κάτι εν είδει συμβουλής, οι άνθρωποι τείνουν να σε αγνοούν.
Η προφητική αυτή φράση πράγματι αγνοήθηκε, και μάλιστα ξεχάστηκε, με αποτέλεσμα πολλοί Ελληνες σαν τον Μίκη να βιώσουν αργότερα την πικρή εμπειρία της Μακρονήσου. Και ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο Αγιος Ευστράτιος έκλεισε εν έτει 1974! Επρόκειτο για χρόνια που νικητές και νικημένοι δεν έδιναν την καλύτερη δυνατή εικόνα για τους Ελληνες. (...)
Το βιβλίο του Μίκη πραγματεύεται με συναρπαστικό τρόπο τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Η παρέμβασή του, κατά την πτώση της χούντας, μαζί με τον Ανδρέα και τον Καραμανλή, αναπτύσσεται σε μια σειρά από συγκλονιστικές σελίδες σύγχρονης ιστορίας, αποκαλύπτοντας, παράλληλα, μερικές σκληρές αλλά απολύτως δικαιολογημένες απόψεις του Καραμανλή για τους Αμερικανούς. Και εδώ, η αποκάλυψη δεν είναι ενδιαφέρουσα απλώς και μόνον επειδή είναι απροσδόκητη, αλλά και επειδή δείχνει ότι οι σκεπτόμενοι Ελληνες ανέκαθεν διατηρούσαν μια υγιή και βάσιμη δυσπιστία προς τον τρόπο άσκησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ετσι, καθώς ξεδιπλώνεται ο ιστορικός χρόνος μέσα από τη ρέουσα αφήγηση του βιβλίου, διαπιστώνουμε μια μείωση του πατριωτισμού των νεοελλήνων ως επακόλουθο της κατακυρίευσης της σκέψης τους από την καταναλωτική μανία. Το 1974, μέσα στον ενθουσιασμό που ακολούθησε την πτώση της χούντας, ο Μίκης εμφανίζεται αισιόδοξος, όπως με τόλμη δηλώνει το τραγούδι «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις». Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, στο έργο του Διόνυσος, θα γράψει το τραγούδι: «Τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις».(...)
Ο στίχος «Τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις» αντηχεί καίρια στην εποχή μας, αποδεικνύοντας σε πόσο μεγάλο βαθμό το καλλιτεχνικό έργο του Μίκη αντανακλά την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα. Ο Μίκης παραμένει σημαντικός και σύγχρονος υπό την πληρέστερη έννοια των λέξεων. Ο εν λόγω στίχος, όπως όλες οι μεστές φράσεις, έχει σήμερα περισσότερη σημασία από ποτέ γιατί, από την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, το μέλλον της χώρας μας ποτέ δεν πρόβαλλε τόσο ζοφερό.

Γιατί όμως τέτοια απαισιοδοξία;

Οχι επειδή εδώ και καιρό -όταν η κυβέρνησή μας και οι ξένοι μάς έλεγαν ότι όλα πάνε καλά? προσωπικά δεν σταμάτησα να τονίζω ότι η οικονομία της χώρας μας βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση και διαρκώς χειροτερεύει.
Οχι επειδή αγωνιώ περιμένοντας ότι σύντομα μπορεί να γίνουν μείζονες εθνικές παραχωρήσεις ? ωραιοποιημένες ασφαλώς από ευφυείς πλην όμως οπορτουνιστές δημοσιογράφους.
Οχι επειδή ο κόσμος έχει πια κουραστεί από τις αλλεπάλληλες κακουχίες και τις αδικίες και, ως εκ τούτου, είναι έτοιμος να κάνει κάθε υποχώρηση.
Ο λόγος που ανησυχώ είναι επειδή βλέπω ότι ορισμένα δημοσιογραφικά συμφέροντα προωθούν σήμερα τον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης. Αυτή, όμως, δεν θα είναι οικουμενική κυβέρνηση αλλά «συγκατοίκηση των ασυμβίβαστων», συγκατοίκηση ανδρών και γυναικών διαφορετικών πεποιθήσεων, διαφορετικών προσωπικοτήτων, μόνο και μόνο γιατί έτσι, υπό το πρόσχημα του κοινού συμφέροντος, αυτοί που μας έφεραν στη σημερινή κρίση θα συνεργαστούν με αυτούς που την επιδείνωσαν.
Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, όλα αυτά θα γίνουν μόνο και μόνο για να αναστηθούν πολιτικά αυτοί που αξίζουν την πλήρη αποδοκιμασία του λαού. Μόνο και μόνο για να μην εφαρμοστούν νέες ιδέες, όπως απαιτεί η εποχή μας, αλλά ιδέες που επί χρόνια μας επέβαλλαν, μέσω κάποιων πρόθυμων πολιτικών μας, οι Αμερικανοί φίλοι μας. Με ανησυχεί αυτή η επιμονή να καταστούν όλα τα πολιτικά κόμματα συνυπεύθυνα για τη λήψη ακόμη πιο οδυνηρών μέτρων, ή την πραγματοποίηση εθνικών παραχωρήσεων, αντί να αναζητηθούν άνθρωποι που θα είχαν τη φαντασία και την ικανότητα να προτείνουν νέες, λυσιτελείς πολιτικές.

Μα, τέλος πάντων, τι ζητώ; Επανάσταση; Ναι! Επανάσταση νοοτροπίας, επανάσταση ιδεών, επανάσταση της νέας γενιάς εναντίον της παλιάς, για να μην καταλήξουμε στην πιο οδυνηρή από όλων των ειδών τις επαναστάσεις: την επανάσταση του πεζοδρομίου.

Θα τολμήσω, αγαπητέ Μίκη, μία σχεδόν ασεβή παράφραση του κλασικού σου στίχου, συμπληρώνοντας ευάριθμες λέξεις που, ίσως, η επερχόμενη καταστροφή σε κάνει, μια μέρα, να το μελοποιήσεις: «Τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις και αυτούς που έτσι την κατάντησαν, ελληνικέ λαέ, ποτέ μη συγχωρήσεις!» (...)

Μίλησα πολύ, ίσως περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Ας μου επιτραπεί να κλείσω με δύο ευχές. Και πρώτα πρώτα, χρόνια σου πολλά, Μίκη! Εύχομαι το ταλαιπωρημένο σώμα σου και το ανήσυχο πνεύμα σου να έχουν πάντα υγεία και ευτυχία, οι οποίες θα φέρουν τη γαλήνη από την οποία θα αναδυθούν ακόμη πιο πολλά τραγούδια. Και για να γίνει αυτό αρχίζω με την ευχή γρήγορα να γίνει καλά η γυναίκα και αφοσιωμένη συντρόφισσα μιας μακράς ζωής.

Θέλω όμως να ζητήσω και μια χάρη. Εάν ζω μέχρι τότε, προσκάλεσέ με, παρακαλώ, να συμμετάσχω στον εορτασμό των εκατοστών σου γενεθλίων, τον οποίο ελπίζω ειλικρινά να συνοδεύει η έκδοση ενός ακόμη βιβλίου!

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=15426&subid=2&pubid=43842948

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου